ἔκφορος

ἔκφορ-ος, ον,
A exportable, f.l. for ἐκφορά, Ar.Pl.1138.
2 to be made known or divulged,

εἰ δ' ἔ. σοι ξυμφορὰ πρὸς ἄρσενας E.Hipp. 295

;

οὐδεὶς γὰρ ἔ. λόγος Pl.La.201a

; cf.

ἐκφορά 1.2

.
3 carried astray, Plu.2.424a; ἵππος ἔ. a runaway horse, Gal.5.510.
4 ἔκφορα, τά, produce of the earth, Antipho Soph.60.
II [voice] Act., carrying out:—in A.Eu.910 τῶν δυσσεβούντων ἐκφορωτέρα is not, more ready to carry them out to burial (v.

ἐκφορά 1

), but rather, more ready to weed them out, as a gardener does noxious plants (ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην, in next line).
2 blabbing, betraying secrets, Ar.Th.472.
3 = εὐέκφορος (quod fort. leg.),

γυναῖκες Arist.Fr.283

.
4 expressive,

κίνησις ἔ. τινος Chrysipp.Stoic.3.112

.
III as Subst., ἔκφοροι, οἱ, reefing-ropes,= τέρθριοι, Sch.Ar.Eq.438, Phot. s.v. ἡνιόχους.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκφορος — exportable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκφορος — η, ο (AM ἔκφορος, ον) (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι έκφοροι ναυτ. τα σχοινιά τής κατώτερης σειράς που χρησιμεύουν για τη συστολή ή διαστολή τών ιστίων, κοιν. μαντιζέλο μσν. ο γνωστός σε όλους αρχ. 1. αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να φέρει έξω,… …   Dictionary of Greek

  • ἔκφορον — ἔκφορος exportable masc/fem acc sg ἔκφορος exportable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφόρου — ἔκφορος exportable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφόρους — ἔκφορος exportable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφόρων — ἔκφορος exportable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφορα — ἔκφορος exportable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφοροι — ἔκφορος exportable masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέκφορος — ό ναυτ. ο δεύτερος έκφορος τών δολώνων, το φάλτσο μαντιζέλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + έκφορος «σχοινί που χρησιμοποιείται για τη συστολή και διαστολή τών ιστίων». Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν] …   Dictionary of Greek

  • ἐκφορωτέρα — ἐκφορωτέρᾱ , ἔκφορος exportable fem nom/voc/acc comp dual ἐκφορωτέρᾱ , ἔκφορος exportable fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαντιζέλο — το ναυτ. 1. σύσπαστο με το οποίο ανυψώνονται τα ιστία, ώστε να υποβοηθείται η σειροδέτησή τους, ο έκφορος 2. φρ. «κόντρα μαντιζέλο» ο παρέκφορος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.